Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026 εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς σχετικά με τη διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής πορείας της Ελλάδας. Μεταξύ των βασικών παραμέτρων που θα κρίνουν αν η ελληνική οικονομία μπορεί να συνεχίσει την ανοδική της πορεία χωρίς την ενίσχυση των ευρωπαϊκών πόρων είναι τα μεγαλεπήβολα έργα των ελληνικών ομίλων, η ποιότητα των επενδύσεων και η αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Αυτή τη στιγμή, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η επιτυχία του RRF, που προφανώς αρωγός στην ελληνική οικονομία, αλλά το επίκεντρο των συζητήσεων είναι αν η χώρα μας θα μπορέσει να διατηρήσει τον αναπτυξιακό της ρυθμό μόλις οι ευρωπαϊκοί πόροι σταματήσουν να λειτουργούν ως καταλύτες.
Το 2026 αναμένεται να κλείσει ένας σημαντικός ιστορικός κύκλος, στον οποίο, παρά τις επιμέρους καθυστερήσεις και πιθανά κενά, το Ταμείο Ανάκαμψης κατάφερε να επιταχύνει σημαντικά επενδυτικές αποφάσεις, κινητοποιώντας ιδιωτικά κεφάλαια και επικοινωνώντας σε διεθνές επίπεδο ότι “η Ελλάδα επιστρέφει στο παιχνίδι”.
Η συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης
Τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους. Σύμφωνα με την Capital Economics, η συνολική συνεισφορά του Ταμείου Ανάκαμψης εκτιμάται ότι θα φτάσει το 1,5% του ΑΕΠ της χώρας κατά τη διάρκεια της εξαετούς εφαρμογής του προγράμματος. Αν και δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που επηρεάζει την οικονομία, έχει προσφέρει καθοριστική στήριξη ώστε η επενδυτική δραστηριότητα να μην “παγώσει” εν μέσω διεθνών κρίσεων και αβεβαιότητας.
Το πρόγραμμα, που θεσπίστηκε το 2020 ως απάντηση στην πανδημία, είχε προϋπολογισμό έως 725 δισ. ευρώ – κοντά στο 4% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα διακρίθηκε ως μια από τις χώρες που αξιοποίησαν τα κεφάλαια αυτά γρηγορότερα, συσχετίζοντας εκταμιεύσεις με απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και ελκυστικές επενδύσεις.
Η επιβράδυνση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Παρά τη θετική εικόνα που επικρατεί σήμερα, οι επίσημες προβλέψεις δείχνουν ότι η επιβράδυνση θα είναι αναπόφευκτη μετά το 2026. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον πρώτο Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό (ΠΔΠ) 2026-2029, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να υποχωρήσει από 2,4% το 2026 σε μόλις 1,3% το 2029. Όσον αφορά την τρέχουσα κατάσταση, η δημοσιονομική θέση της χώρας παραμένει εξαιρετικά ισχυρή, ενώ το πολιτικό ρίσκο έχει περιοριστεί σημαντικά.
Ένα κρίσιμο στοιχείο στη συνέχεια είναι τα μεγάλα επενδυτικά projects των ελληνικών ομίλων, που αναμένουν συνολικές επενδύσεις άνω των 20 δισ. ευρώ τα επόμενα τρία χρόνια, έχοντας προοπτική να ξεπεράσουν τα 50 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου. Αυτά τα projects μπορούν να αντισταθμίσουν τη βαθμιαία αποχώρηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
1. Ενέργεια: Ο βασικός πυλώνας
Η ενεργειακή μετάβαση είναι κεντρικής σημασίας. Η ΔΕΗ ετοιμάζει επενδύσεις 10,1 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 2026-2028, που περιλαμβάνουν έργα παραγωγής ενέργειας και προηγμένων τεχνολογικών υποδομών. Η HelleniQEnergy προβλέπει επενδύσεις ύψους 4 δισ. ευρώ έως το 2030 για τον περιορισμό των εκπομπών άνθρακα στα διυλιστήρια και την ανάπτυξη εναλλακτικών καυσίμων. Επιπλέον, η Motor Oil προγραμματίζει επενδύσεις 4 δισ. ευρώ μέχρι το 2030.
2. Υποδομές και δίκτυα
Στον τομέα των υποδομών, ο ΑΔΜΗΕ προχωρά σε έργα συνολικού ύψους 6 δισ. ευρώ μέχρι το 2034. Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ επίσης έχει προγραμματίσει επενδύσεις ανω των 10 δισ. ευρώ στον τομέα αυτό, ενισχύοντας τη θέση της σε μεγάλα έργα.
3. Ελληνικό, τηλεπικοινωνίες και αερομεταφορές
Το έργο του Ελληνικού συνεχίζει να προσελκύει σε σημαντικά κεφάλαια, με συνολικές επενδύσεις εκτιμώμενες από 6 έως 8 δισ. ευρώ. Στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, ο ΟΤΕ επενδύει περισσότερα από 3 δισ. ευρώ έως το 2027 για την ανάπτυξη δικτύων FTTH και 5G.
4. Το λιανεμπόριο «τρέχει»
Τα νέα αυτά δεν περιορίζονται στους τομείς υψηλής επένδυσης. Στο οργανωμένο λιανεμπόριο, η Σκλαβενίτης επενδύει 350 εκατ. ευρώ για την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του δικτύου της, ενώ και ο όμιλος Fourlis έχει ανακοινώσει νέο πρόγραμμα κεφαλαιακών τοποθετήσεων.
5. Ανθρώπινο κεφάλαιο και μαραθώνιος ανάπτυξης
Η εκπαίδευση και η σύνδεση της έρευνας με την αγορά εργασίας θα είναι καθοριστικοί παράγοντες για την επόμενη οικονομική περίοδο. Ωστόσο, η Ελλάδα υστερεί σε αυτούς τους τομείς συγκριτικά με χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία. Μπορεί να υπάρξει ζωή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης; Η απάντηση είναι καταφατική, ωστόσο προϋποθέτει την συνέχιση μεταρρυθμίσεων και την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης προς όφελος δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και τη μετάβαση από μικρές και λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις σε ένα πιο εξωστρεφές μοντέλο παραγωγής. Το RRF μπορεί να λειτούργησε ως σπριντ, αλλά τώρα αρχίζει ο πραγματικός μαραθώνιος.
ΠΗΓΗ: ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ




