Νέο πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών προσφέρει επιδότηση έως 90% και ανώτατο πλαφόν 36.000 ευρώ ανά ακίνητο, στοχεύοντας στη βελτίωση παλαιών κατοικιών που χρειάζονται αναγκαίες εργασίες.
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος ανέρχεται περίπου σε 500 εκατ. ευρώ, με την πλατφόρμα αιτήσεων να αναμένεται να ανοίξει τον Φεβρουάριο 2026.
Περισσότερο από ενεργειακή αναβάθμιση: νέες δυνατότητες ανακαίνισης
Η σημαντική αλλαγή στο νέο πρόγραμμα είναι ότι όχι μόνο περιλαμβάνει ενεργειακές παρεμβάσεις, αλλά επιτρέπει και εργασίες που αφορούν τη γενική αναβάθμιση των κατοικιών, από ηλεκτρολογικές μέχρι αισθητικές παρεμβάσεις.
Οι εργασίες που θα χρηματοδοτούνται μέσω της επιδότησης περιλαμβάνουν:
Οι ενεργειακές παρεμβάσεις θα παραμείνουν, αλλά σε περιορισμένο ρόλο, καθώς δεν θα ξεπερνούν το 20%-30% της συνολικής δαπάνης (π.χ. ηλιακοί θερμοσίφωνες ή κουφώματα).
Ποιες κατοικίες επιλέγονται: προϋποθέσεις και κριτήρια
Η επιδότηση υπολογίζεται ανά τετραγωνικό, με πλαφόν περίπου 300 ευρώ/τ.μ., με ανώτατο συνολικό ποσό τα 36.000 ευρώ για κάθε ακίνητο.
Οι κυριότερες προϋποθέσεις περιλαμβάνουν:
- Κατοικίες με οικοδομική άδεια έως 31/12/1990
- Επιφάνεια που δεν ξεπερνά τα 120 τ.μ.
Επιπλέον, το σχεδιαζόμενο εισοδηματικό όριο είναι 35.000 ευρώ για ζευγάρια, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Δεν υπάρχει ηλικιακό όριο και οι ιδιοκτήτες μπορούν να υποβάλουν αίτηση για περισσότερα από ένα ακίνητα εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις.
Ανοιχτό και για κατοικημένα σπίτια: πενταετείς δεσμεύσεις
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι το πρόγραμμα δεν περιορίζεται μόνο σε κλειστά ακίνητα, αλλά επιτρέπει και την ανακαίνιση ιδιοκατοικούμενων κατοικιών, υπό ορισμένους όρους.
Σύμφωνα με τους όρους, τα κλειστά ακίνητα θα πρέπει να κατοικηθούν ή να διατεθούν προς ενοικίαση για τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την ανακαίνιση. Αν πρόκειται για κύρια κατοικία, ο ιδιοκτήτης οφείλει να τη διατηρήσει ως τέτοια για πενταετία μετά την ολοκλήρωση των εργασιών.
Η κατανομή του κόστους δείχνει ότι οι εργασίες γενικής ανακαίνισης καλύπτουν το μεγαλύτερο ποσοστό (περίπου 60%-90% του κόστους), ενώ οι ενεργειακές παρεμβάσεις καλύπτουν το 20%-40%, ανάλογα με το πακέτο εργασιών.



