Η παραμέληση της στοματικής υγείας μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τη longevity, όπως αναδεικνύει πρόσφατη εκτενής μελέτη από την Ιαπωνία. Αυτή η έρευνα φωτίζει τη θεμελιώδη σημασία της συνεχούς οδοντιατρικής φροντίδας, ιδίως για τα άτομα στην τρίτη ηλικία. Οι επιστήμονες εστιάζουν στην έννοια της «στοματικής ευθραυστότητας», η οποία περιλαμβάνει τη σταδιακή επιδείνωση βασικών λειτουργιών του στόματος, όπως η μάσηση, η κατάποση, η ομιλία και η παραγωγή σάλιου.
Η στοματική ευθραυστότητα δεν περιορίζεται απλά στην απώλεια δοντιών. Ακόμη και οι ηλικιωμένοι που διατηρούν την πλειονότητα της οδοντοστοιχίας τους μπορεί να θεωρούνται ευάλωτοι αν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην μάσηση ή την κατάποση. Η υγεία του στόματος σχετίζεται άμεσα με τη μυϊκή δύναμη, τη σιελόρροια και τη νευρομυϊκή λειτουργία, παράγοντες που είναι κρίσιμης σημασίας για τη συνολική υγεία. Σύμφωνα με την μελέτη, η παρουσία στοματικής ευθραυστότητας συσχετίζεται με αξιόλογα μειωμένες πιθανότητες υγιούς γήρανσης.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι τακτικές επισκέψεις στον οδοντίατρο μπορεί να περιορίσουν τις εν λόγω αρνητικές συνέπειες. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Geriatrics & Gerontology International.
Η μελέτη περιλάμβανε 11.080 συμμετέχοντες, ηλικίας 65 ετών και άνω, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για σχεδόν έξι χρόνια. Περίπου το 12% αυτών παρουσίασε στοματική ευθραυστότητα κατά την έναρξη της έρευνας, ενώ το 50% είχε επισκεφθεί οδοντίατρο τους προηγούμενους έξι μήνες. Οι διαπιστώσεις αποκάλυψαν ότι οι συμμετέχοντες με στοματική ευθραυστότητα εμφάνισαν 23% αυξημένο κίνδυνο αναπηρίας και 34% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που δεν παρουσίασαν ευθραυστότητα.
Αν και η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποδεικνύει άμεση αιτιώδη σχέση, η συσχέτιση που παρατηρείται είναι ισχυρή και αξιόπιστη. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η προώθηση της στοματικής υγείας μέσω δημόσιων πολιτικών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής των ηλικιωμένων, μειώνοντας παράλληλα το βάρος της αναπηρίας στη σύγχρονη κοινωνία.

