Η συζήτηση σχετικά με τις ανισότητες που προκαλεί η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) έχει περιοριστεί κυρίως στις προκλήσεις που συνδέονται με τη μεροληπτικότητα των αλγορίθμων, οι οποίες τώρα αρχίζουν να αποκτούν σοβαρές κοινωνικές διαστάσεις. Επιπλέον, ο φόβος της τεχνολογικής ανεργίας επηρεάζει σοβαρά ακόμα και τα πιο δημιουργικά επαγγέλματα, έχοντας προεκτάσεις σε σχεδόν το 40% των θέσεων εργασίας.
Μια σειρά αναλύσεων από διεθνείς οργανισμούς που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα αποκαλύπτουν κάτι που αρκετοί αναλυτές υποψιάζονταν εδώ και καιρό: τα κέρδη από την ΤΝ δεν κατανέμονται ομοιόμορφα, και η ανάπτυξή της διευρύνει το χάσμα παραγωγικότητας ανάμεσα σε πλούσιες και φτωχές χώρες με δραματική ταχύτητα.
Με άλλα λόγια, αν και η τεχνολογία φαίνεται προσβάσιμη, στην πραγματικότητα οξύνει τις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, τόσο μεταξύ χωρών όσο και μεταξύ κρατών και μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη των Ηνωμένων Εθνών (UNCTAD), τα οφέλη της τρέχουσας τεχνολογικής καινοτομίας συγκεντρώνονται σε ένα πολύ μικρό αριθμό εταιρειών και χωρών. Πολλές χώρες στερούνται επενδύσεων, υπολογιστικών υποδομών, ψηφιακής συνδεσιμότητας και ισχυρών συστημάτων διακυβέρνησης, γεγονότα που επηρεάζουν την ικανότητά τους να αξιοποιήσουν τα εν λόγω πλεονεκτήματα.
Η αδυναμία αυτή είναι εμφανής, καθώς το 93% των ανθρώπων στις χώρες υψηλού εισοδήματος έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο, σε σύγκριση με μόλις 27% στις χώρες χαμηλού εισοδήματος. Οι αστικοί πληθυσμοί μάλιστα είναι πιο συνδεδεμένοι, με το 83% να έχει πρόσβαση στο δίκτυο, συγκριτικά με το 48% στις αγροτικές περιοχές.
Επιπλέον, πολλές χώρες εξαρτώνται από εισαγόμενα μοντέλα ΤΝ και γλώσσες που δεν αντικατοπτρίζουν τις πολιτισμικές ή γλωσσικές τους πραγματικότητες. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι 118 χώρες δεν συμμετέχουν στις διεθνείς συζητήσεις για τη διακυβέρνηση της ΤΝ, ενισχύοντας την αίσθηση του αποκλεισμού και την ασυμμετρία στην ικανότητα δημιουργίας και ελέγχου αυτής της τεχνολογίας.
Η ασυμμετρία ισχύος είναι επίσης φανερή στην ικανότητα ανάπτυξης συστημάτων ΤΝ μεταξύ κρατών και μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών (Big Tech). Η εξέλιξη της ΤΝ, και ιδιαίτερα της γενετικής ΤΝ (GenAI), απαιτεί σημαντική υπολογιστική υποδομή, εξειδικευμένο προσωπικό και μεγάλες επενδύσεις κεφαλαίου, παράγοντες που ευνοούν τις μεγάλες εταιρείες.
Η υπολογιστική υποδομή της Big Tech παρέχει ευκολία στην πρόσληψη ικανών ταλέντων, με πάνω από 33.000 άτομα να εργάζονται μόνο στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης της ΤΝ. Τα υπολογιστικά κόστη για την εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων αυξάνονται εκθετικά. Για παράδειγμα, η εκπαίδευση του GPT-4 κόστισε περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια, απαιτώντας πάνω από 25.000 GPU NVIDIA A100. Μόνο οι μεγάλοι παίκτες όπως η Microsoft, η Google ή η Amazon μπορούν να υποστηρίξουν αυτές τις δαπάνες.
Αυτό το μονοπώλιο οδηγεί σε «υπολογιστικό χάσμα» που αυξάνει τη συγκέντρωση της έρευνας GenAI σε χέρια λίγων και δημιουργεί ένα νέο είδος νεοφεουδαρχίας, όπου οι ανισότητες όχι μόνο παραμένουν αλλά επιδεινώνονται. Οι πρόσφατες εκθέσεις δείχνουν ότι το χάσμα μεταξύ εκείνων που διαμορφώνουν το μέλλον της ΤΝ και εκείνων που είναι χρήστες της διευρύνεται επικίνδυνα.
Μια τέτοια “μεγάλη απόκλιση” μπορεί να αποφευχθεί ή τουλάχιστον να μετριαστεί με την εφαρμογή πολιτικών που θα προάγουν δημόσιες ψηφιακές υποδομές, κυρίαρχα υπολογιστικά νέφη και εργαλεία ανοιχτού κώδικα. Στις κυβερνήσεις και τους διεθνείς θεσμούς ανατίθεται ο ρόλος της δημοκρατικής εποπτείας της ΤΝ και της κατάργησης των ψηφιακών ολιγοπωλίων. Αν δεν υπάρξει η απαραίτητη αλληλεγγύη, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι επόμενες διεθνείς εκθέσεις θα αναλύσουν μια ακόμα πιο δυστοπική πραγματικότητα.
Ο δρ Μιχάλης Κρητικός είναι κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, επίκουρος καθηγητής σε θέματα Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακής Μετάβασης στην Σχολή Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου των Βρυξελλών και συγγραφέας του βιβλίου «Ethical AI Surveillance in the Workplace».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

