Μια νέα εκτενής ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Journal of Clinical Investigation συνθέτει στοιχεία από περίπου 200 επιστημονικές μελέτες της τελευταίας δεκαετίας, προσφέροντας ένα επικαιροποιημένο μηχανιστικό πλαίσιο για τον άξονα εντέρου–εγκεφάλου. Σύμφωνα με την ανασκόπηση, οι επιστήμονες εντοπίζουν τέσσερις κύριους τρόπους με τους οποίους τα δύο αυτά συστήματα επικοινωνούν: μέσω ορμονών, άμεσων νευρικών συνδέσεων, του εντερικού μικροβιώματος και του ανοσοποιητικού συστήματος. Η δυσλειτουργία σε οποιαδήποτε από αυτές τις οδούς μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση ή επιδείνωση παθήσεων όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η κατάθλιψη και η νόσος Πάρκινσον.
Η ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι το έντερο δεν είναι μόνο ένα πεπτικό όργανο, αλλά και το μεγαλύτερο ενδοκρινικό όργανο του ανθρώπινου σώματος, καθώς εκκρίνει περισσότερες από 30 ορμόνες που έχουν τοπικές και συστηματικές δράσεις. Ενδεικτικά, παρά το γεγονός ότι η σεροτονίνη ορίζεται ως νευροδιαβιβαστής του εγκεφάλου, πάνω από το 90% της παράγεται στο έντερο. [Δείτε περισσότερα εδώ](https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6357867/).
Η ανακάλυψη εξειδικευμένων εντερικών κυττάρων, γνωστών ως neuropods, υποδεικνύει ότι το έντερο έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει πληροφορίες στον εγκέφαλο σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, επηρεάζοντας την όρεξη, τις προτιμήσεις τροφής και τα κυκλώματα ανταμοιβής. Αυτή η διαδικασία ανοίγει τον δρόμο για νέες θεραπείες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν θετικά τη διατροφή και την ψυχική υγεία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο μικροβίωμα του εντέρου, καθώς συγκεκριμένα μικροβιακά προφίλ έχουν συσχετιστεί με νευρολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές. Στη νόσο Πάρκινσον, για παράδειγμα, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι παθολογικές πρωτεΐνες μπορεί να προέρχονται από το έντερο και να φτάνουν στον εγκέφαλο μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου, αν και η κατεύθυνση και η γενικευσιμότητα αυτής της διαδικασίας παραμένουν σε εξέλιξη. [Δείτε περισσότερα για τη Νόσο Πάρκινσον](https://www.parkinson.org/).
Επιπλέον, το ανοσοποιητικό σύστημα αναδεικνύεται ως υψίστης σημασίας μεσολαβητής, καθώς το στρες μπορεί να αυξήσει τη διαπερατότητα του εντέρου, προκαλώντας φλεγμονώδεις αποκρίσεις που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τη διάθεση. Αυτό δείχνει την ανάγκη προσέγγισης της ψυχικής και σωματικής υγείας με ολιστικότητα.
Τέλος, η ανασκόπηση αποκαλύπτει ότι σύγχρονες θεραπείες, όπως οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 για την παχυσαρκία ή φάρμακα για το IBS, αξιοποιούν έμμεσα τον άξονα εντέρου–εγκεφάλου. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την αξία του άξονα αυτού ως ένα βιολογικά τεκμηριωμένο μοντέλο με σημαντικές κλινικές εφαρμογές, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες θεραπείες στο μέλλον. [Δείτε σχετικά](https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6793481/).

