Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης αναμένονται να σημειώσουν εντυπωσιακή αύξηση το 2026, αγγίζοντας το ορόσημο των πεντακοσίων δισεκατομμυρίων δολαρίων σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της Goldman Sachs Research. Οι αναλυτές της Wall Street εκτιμούν πως οι επενδύσεις των λεγόμενων «hyperscalers» το 2026 θα φτάσουν τα 527 δισεκατομμύρια δολάρια, κάτι που συνιστά σημαντική αύξηση σε σχέση με τα 465 δισεκατομμύρια δολάρια που είχαν αρχικά προβλεφθεί για το τρίτο τρίμηνο του 2025. Αυτή η ανατροπή επιβεβαιώνει την τρέχουσα τάση, σύμφωνα με την οποία οι εκτιμήσεις συνεχώς υποεκτιμούν το πραγματικό μέγεθος των επενδύσεων, καθώς οι εταιρείες εντείνουν την ανάπτυξη των υπολογιστικών τους πόρων, ανταγωνιζόμενες τις αυξανόμενες απαιτήσεις της αγοράς.
Κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025, οι κορυφαίες εταιρείες του τομέα δαπάνησαν συνολικά 106 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 75% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Αν και οι αναλυτές προβλέπουν επιβράδυνση αυτού του ρυθμού στο 49% για το τέταρτο τρίμηνο και στο 25% έως το τέλος του 2026, η ιστορική τάση δείχνει ότι οι τελικές δαπάνες μπορεί να κινηθούν σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα. Από μακροοικονομική σκοπιά, οι τρέχουσες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,8% του ΑΕΠ, παραμένοντας ωστόσο χαμηλότερα από τις κορυφές προηγούμενων τεχνολογικών κύκλων, όπως η άνθηση των τηλεπικοινωνιών στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Η επενδυτική κοινότητα έχει γίνει επιφυλακτική, όπως υποδεικνύει η έντονη απόκλιση των χρηματιστηριακών επιδόσεων, καθώς η μέση συσχέτιση των τιμών των μετοχών έχει υποχωρήσει από το 80% στο 20% μετά τον Ιούνιο του 2025. Οι επενδυτές τείνουν να απομακρύνονται από εταιρείες που δεν δείχνουν ανάπτυξη στα λειτουργικά κέρδη ή όπου οι κεφαλαιουχικές δαπάνες προέρχονται από δανεισμό. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις που καταφέρνουν να αποδείξουν άμεση και σαφή σύνδεση μεταξύ υψηλών επενδύσεων και αύξησης εσόδων, όπως μεγάλες πλατφόρμες cloud, κερδίζουν την επιδοκιμασία των επενδυτών.
Στη δεδομένη χρονική στιγμή, τα κέρδη συγκεντρώνονται σε εταιρείες υποδομών, που περιλαμβάνουν ημιαγωγούς, κέντρα δεδομένων, παρόχους υλικού τεχνολογίας και εταιρείες παραγωγής ενέργειας. Οι μετοχές αυτού του τομέα έχουν σημειώσει μέση απόδοση 44% από την αρχή του έτους, παρά την αύξηση της πρόβλεψης για τα κέρδη ανά μετοχή να είναι μόλις 9%. Ο αναλυτής Ryan Hammond προειδοποιεί ότι η δυνατότητα επιβράδυνσης των επενδύσεων είναι κρίσιμος παράγοντας κινδύνου για τις αποτιμήσεις αυτού του τομέα, καθώς οι αγορές αναζητούν νέους ωφελούμενους πέρα από το βασικό στρώμα των υποδομών, εστιάζοντας στις πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης.
Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον προβάλλει η κατηγορία των ωφελούμενων παραγωγικότητας, δηλαδή εταιρειών με υψηλά εργασιακά κόστη και έκθεση σε αυτοματισμούς, που μπορούν να βελτιώσουν τα κέρδη τους μέσω της ενσωμάτωσης τεχνητής νοημοσύνης στις λειτουργίες τους. Παρά την χρηματιστηριακή τους υστέρηση σε σχέση με τον δείκτη S&P 500, οι αναλυτές εκτιμούν ότι προσφέρουν μια ελκυστική σχέση κινδύνου και απόδοσης για τους επενδυτές που επιθυμούν να αυξήσουν την έκθεσή τους. Αυτή η στρατηγική εστιάζει στη μείωση του εργατικού κόστους ως ποσοστό πωλήσεων, επιδιώκοντας μακροπρόθεσμα οφέλη που δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στις τρέχουσες τιμές των μετοχών τους.
Συμπερασματικά, η Goldman Sachs Research καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ισχυροί ισολογισμοί μεγάλων ομίλων ενισχύουν την προοπτική για περαιτέρω αύξηση των δαπανών, με υπόψη πιθανές εκτιμήσεις που φτάνουν έως και 200 δισεκατομμύρια δολάρια πέρα από τις αρχικές προβλέψεις. Οι κύριοι ανασταλτικοί παράγοντες για την επέκταση των επενδύσεων είναι οι δυσλειτουργίες στην εφοδιαστική αλυσίδα και η αλλαγή της επενδυτικής ψυχολογίας, και όχι η έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας ή δανειακής ικανότητας. Η διάθεση των μεγάλων επιχειρήσεων να εκμεταλλευτούν την οικονομική τους δύναμη παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας για τη συνέχιση αυτού του επενδυτικού κύκλου, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη συνεχώς εισχωρεί σε κάθε πλευρά της οικονομίας.

