Στην έκθεση Outlook 2026 που δημοσίευσε τον Δεκέμβριο, η Deutsche Bank σκιαγράφησε την Ευρώπη ως μια οικονομία «δύο ταχυτήτων». Από τη μία πλευρά, παρατηρείται κυκλική ανθεκτικότητα, ενώ από την άλλη, διατηρούνται δομικές ακαμψίες.
Το ποια από τις δύο δυνάμεις θα επικρατήσει στο μακροοικονομικό τοπίο του 2026, θα εξαρτηθεί από την αλληλεπίδραση έξι κρίσιμων θεμάτων.
Η βασική εκτίμηση της Deutsche Bank είναι ότι η ανθεκτικότητα αναμένεται να υπερισχύσει το 2026. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι στην περίπτωση που οι δομικές αδυναμίες δεν αντιμετωπιστούν, η ευρωπαϊκή οικονομία θα αντιμετωπίσει σοβαρούς κινδύνους για την μεσοπρόθεσμη ανάπτυξή της.
Η έκθεση παρέχει μια λεπτομερή ανάλυση αυτών των έξι θεμάτων που θα καθορίσουν την πορεία της Ευρώπης.
Το «Πρόβλημα των Δύο Ταχυτήτων»
Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, υπάρχουν δύο τρόποι να ερμηνεύσει κανείς την ευρωπαϊκή οικονομία σήμερα.
Η πιο αισιόδοξη προοπτική εστιάζει στην κυκλική ανθεκτικότητα. Παρά τις εξωτερικές προκλήσεις, η Ευρωζώνη εμφάνισε αξιοσημείωτη αντοχή το 2025, με ισχυρές αγορές εργασίας, μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ και συνεχείς δαπάνες μέσω του προγράμματος NGEU. Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της Γερμανίας αναμένεται να ενισχύσει αυτή την ανθεκτικότητα το 2026, αντισταθμίζοντας τη δημοσιονομική σύσφιξη άλλων χωρών.
Αν και ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ φαίνεται να επιβραδύνεται από 1,4% το 2025 σε 1,1% το 2026, η Deutsche Bank επισημαίνει ότι η ανάπτυξη σε βάση δ’ τριμήνου προς δ’ τρίμηνο είναι καλύτερος δείκτης δυναμικής και αναμένεται να ενισχυθεί από 1% σε 1,5%.
Αυτό το περιβάλλον θα σταθεροποιήσει τις πληθωριστικές προσδοκίες, επιτρέποντας στην ΕΚΤ να διατηρήσει τα επιτόκια στο 2% καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026. Ορισμένες αυξήσεις επιτοκίων αναμένονται μετά τα μέσα του 2027, δεδομένων των ανοδικών κινδύνων για τον πληθωρισμό που συνδέονται με την δημοσιονομική χαλάρωση και τις σφιχτές αγορές εργασίας.
Από την άλλη πλευρά, η απαισιόδοξη οπτική αναδεικνύει τη δομική ακαμψία της Ευρώπης. Η ήπειρος βρίσκεται σε έναν κόσμο έντονου γεωοικονομικού ανταγωνισμού, αλλά αντί να επενδύει δυναμικά και να προχωρά σε μεταρρυθμίσεις, καθυστερεί να αντιμετωπίσει τις ευπάθειές της. Το υψηλό δημόσιο χρέος, ο πολιτικός κατακερματισμός και οι εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την Κίνα λειτουργούν ανασταλτικά.
Η Deutsche Bank υπογραμμίζει ότι η ανθεκτικότητα και η ακαμψία μπορούν να συνυπάρχουν για ένα διάστημα. Το ποια θα επικρατήσει το 2026 θ’ εξαρτηθεί από παράγοντες όπως η δημοσιονομική πολιτική, η ανταγωνιστικότητα, η τεχνητή νοημοσύνη, η πολιτική σταθερότητα, οι αμυντικές δαπάνες και ο πληθωρισμός.
Τεχνητή Νοημοσύνη: Υπόσχεση Επανάστασης, αλλά με Αβεβαιότητες
Το 2026, σύμφωνα με την Deutsche Bank, αναμένονται έντονες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία και τις αγορές, κυρίως λόγω της κούρσας για την τεχνητή νοημοσύνη. Η τελική έκβαση των πρωτοφανών επενδύσεων στην AI ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας και μια νέα τεχνολογική επανάσταση. Ωστόσο, η διαδρομή προς αυτόν τον στόχο θα είναι γεμάτη προκλήσεις, με τις αγορές να εναλλάσσονται ανάμεσα σε σενάρια «έκρηξης» και «φούσκας».
Αν και σε μικρότερη κλίμακα, η Ευρώπη αρχίζει να συμμετέχει στο παγκόσμιο επενδυτικό ρεύμα στην τεχνολογία. Σύμφωνα με την Κριστίν Λαγκάρντ, οι αυξημένες επενδύσεις στον τομέα της πληροφορικής και η προετοιμασία για την AI ήδη απεικονίζονται στις έρευνες της ΕΚΤ και ίσως εξηγούν τη μερική ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής ανάπτυξης το 2025.
Ωστόσο, η Deutsche Bank επισημαίνει την ύπαρξη σημαντικών αβεβαιοτήτων:
– Θα ενισχύσουν οι επενδύσεις στην AI ουσιαστικά το ΑΕΠ ή θα «διοχετευτούν» στις εισαγωγές τεχνολογίας;
– Θα επηρεάσουν οι δομικές ακαμψίες τη διάχυση της AI και τις πιθανές κερδών στην παραγωγικότητα;
– Σε περίπτωση «ξεφουσκώματος» μιας πιθανής φούσκας AI, πόσο ευάλωτη θα είναι η ευρωπαϊκή οικονομία;
Για να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη της AI, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να επιδιώξει στρατηγικές επενδύσεις, όπως η ενεργειακή επάρκεια και η στρατηγική αυτονομία.
Ανταγωνιστικότητα: Το Μεγάλο Αγκάθι της Ευρώπης
Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, όπως επισημαίνει η Deutsche Bank, αντιμετωπίζει μία περίπλοκη και πολυδιάστατη κρίση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαρκώς καταγράφει αρνητικά σημάδια, παρά τις κινήσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Από το 2022 και έπειτα, το σοκ στην ανταγωνιστικότητα αποδεικνύεται ιδιαίτερα επίμονο.
Οι αιτίες πληθώρα – υψηλότερες τιμές ενέργειας σε σύγκριση με άλλες περιοχές (περίπου τριπλάσιες από τις ΗΠΑ), γεωοικονομικός ανταγωνισμός μέσω βιομηχανικής πολιτικής, ευάλωτες αλυσίδες εφοδιασμού, αυστηροί κανονισμοί, περιορισμένη πρόσβαση σε εργατικό δυναμικό και ρηχές κεφαλαιαγορές.
Κατά την Deutsche Bank, το πρόβλημα είναι εντονότερο. Η ΕΕ δεν σχεδιάστηκε για έναν κόσμο γεωπολιτικών τριβών. Χρειάζεται ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, λιγότερο εξαρτημένο από το εμπόριο και περισσότερο στρατηγικά καταρτισμένο στην αυτονομία στους τομείς ενέργειας, τεχνολογίας, αλυσίδων εφοδιασμού και χρηματοδότησης.
Παρά τις σημαντικές εκθέσεις από τους Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα το 2024, οι πολιτικές εφαρμογές προχώρησαν αργά το 2025 και αναμένονται να παραμείνουν περιορισμένες και το 2026. Η ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών θα μπορούσε να προσφέρει ισχυρό σήμα ουσιαστικής αλλαγής.
Προοπτικές και Κίνδυνοι για το 2026
Η Deutsche Bank αναγνωρίζει τους παραμένοντες κινδύνους. Η αδύνατη ανταγωνιστικότητα, οι αμερικανικοί δασμοί και η ισχυρότερη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Ταυτόχρονα, η Κίνα συνεχίζει να ενέχει ανταγωνιστική απειλή, εξάγοντας αποπληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο, υπάρχουν και πιθανές θετικές εξελίξεις, καθώς η κινεζική πολιτική «anti-involution» θα μπορούσε να περιορίσει τον αποπληθωρισμό, ενώ μια ισχυρότερη αμερικανική οικονομία ενόψει ενδιάμεσων εκλογών μπορεί να στηρίξει τη ζήτηση για ευρωπαϊκά προϊόντα.
Για το 2026, η Deutsche Bank εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα. Ωστόσο, χωρίς βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές, η υπεραπόδοση δεν θα είναι βιώσιμη στο μέλλον.



