Τα τατουάζ έχουν καθιερωθεί ως αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης κουλτούρας, με εκτιμήσεις να υποδεικνύουν ότι το 20-25% του πληθυσμού στην Ευρώπη κατέχει τουλάχιστον ένα τατουάζ. Τα ποσοστά αυτά είναι ακόμη υψηλότερα μεταξύ των νεότερων ηλικιακών ομάδων. Παρά τη γενικότερη αποδοχή τους, η συζήτηση αναφορικά με την ασφάλεια των τατουάζ, ιδιαίτερα όσον αφορά το μελάνι που εισέρχεται στο σώμα, παραμένει συχνά περιορισμένη.
Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη από τη Δανία, δημοσιευμένη στο έγκριτο περιοδικό BMC Public Health, επαναφέρει το θέμα στο προσκήνιο, εξετάζοντας για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα τη σχέση μεταξύ της έκθεσης σε μελάνι τατουάζ και της εμφάνισης καρκίνων, όπως το λέμφωμα και οι καρκίνοι του δέρματος. Η έρευνα αξιοποίησε δεδομένα από δίδυμα άτομα μέσω του Δανέζικου Μητρώου Διδύμων, το οποίο θεωρείται ένα από τα πληρέστερα στον κόσμο. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία, καθώς οι δίδυμοι προσφέρουν τη δυνατότητα αυστηρού ελέγχου των παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία, επιτρέποντας στους επιστήμονες να απομονώσουν την επίδραση του τατουάζ ως παράγοντα κινδύνου.
Ένα από τα κύρια ευρήματα της μελέτης είναι ότι το μελάνι τατουάζ δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην περιοχή εφαρμογής. Προηγούμενες εργαστηριακές και κλινικές έρευνες έχουν καταδείξει ότι σωματίδια μελανιού μπορούν να μεταφερθούν μέσω του λεμφικού συστήματος και της κυκλοφορίας του αίματος, συσσωρευόμενα κυρίως στους λεμφαδένες, αλλά και σε όργανα όπως το ήπαρ. Η παρουσία αυτών των ξένων σωμάτων μπορεί να προκαλέσει χρόνιες φλεγμονές, οι οποίες συνδέονται εδώ και χρόνια με αυξημένο κίνδυνο καρκινογένεσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το πιο διαδεδομένο μελάνι, το μαύρο, περιέχει συχνά carbon black, μια ουσία που έχει χαρακτηριστεί ως πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο. Κατά την παραγωγή της, απελευθερώνονται επίσης πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, πολλοί από τους οποίους είναι αποδεδειγμένα καρκινογόνοι. Άλλες χρωστικές, ιδίως σε έγχρωμα μελάνια, μπορεί να διασπώνται υπό την έκθεση στον ήλιο ή κατά τη διαδικασία αφαίρεσης με λέιζερ, απελευθερώνοντας επιβλαβείς χημικές ενώσεις.
Τα αποτελέσματα της δανέζικης μελέτης υποδεικνύουν ότι οι ενήλικες με τατουάζ παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος σε σύγκριση με όσους δεν έχουν. Σε ορισμένες αναλύσεις, ο κίνδυνος αυτός παρατηρήθηκε να είναι ιδιαίτερα υψηλός, ενώ τα μεγάλα τατουάζ — εκείνα που εκτείνονται σε επιφάνεια μεγαλύτερη από την παλάμη του χεριού — συνδέονται με ακόμη πιο ανησυχητική αύξηση του κινδύνου τόσο για καρκίνο του δέρματος όσο και για λέμφωμα. Αυτό το εύρημα ενισχύει την υπόθεση ότι η ποσότητα του μελανιού μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία του ατόμου.
Μαζί με την εξέταση πιο “παραδοσιακών” παραγόντων όπως το κάπνισμα και ο τρόπος ζωής, οι ερευνητές δεν εντόπισαν ότι αυτοί μπορούν να εξηγήσουν πλήρως τη συσχέτιση. Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση. Αυτό σημαίνει ότι, αν και υπάρχει στατιστική συσχέτιση, δεν είναι σαφές εάν τα τατουάζ προκαλούν καρκίνο.
Ένα επιπλέον σημαντικό ζήτημα αφορά την έγκαιρη διάγνωση. Τα τατουάζ μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να δυσκολεύουν τον εντοπισμό ύποπτων αλλοιώσεων στο δέρμα, όπως νέων σπίλων ή αλλαγών στο χρώμα και το σχήμα ήδη υπάρχοντων. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της διάγνωσης του καρκίνου του δέρματος, με πιθανές επιπτώσεις στη σοβαρότητα της νόσου κατά την ανίχνευση. Για το λόγο αυτό, ειδικοί προτείνουν στα άτομα με εκτεταμένα τατουάζ να υποβάλλονται σε τακτικούς δερματολογικούς ελέγχους, κυρίως αν έχουν αυξημένη έκθεση στον ήλιο ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου.
Στη σημερινή εποχή, το φαινόμενο των τατουάζ είναι πλέον ευρέως διαδεδομένο, και οι συνολικοί δείκτες καρκίνου στον γενικό πληθυσμό δεν έχουν εκτοξευθεί. Ωστόσο, καθώς ολοένα και περισσότερα άτομα αποκτούν τατουάζ από νεαρή ηλικία, η μακροχρόνια έκθεση του οργανισμού στο μελάνι αποτελεί ένα σχετικά νέο φαινόμενο, του οποίου οι συνέπειες παραμένουν ακόμα ανεξερεύνητες.
Από πλευράς δημόσιας υγείας, τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, αυστηρότερους ελέγχους στην σύνθεση των μελανιών και τη διαρκή επιστημονική έρευνα. Η απόφαση για ένα τατουάζ δεν αφορά μόνο την αισθητική ή την προσωπική ταυτότητα, αλλά συνεπάγεται μια μακροπρόθεσμη σχέση του σώματος με χημικές ουσίες που παραμένουν σε αυτό για μια ουσιαστική χρονική περίοδο.




