Μια καινοτόμα έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο Nature Neuroscience, αμφισβητεί τις παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με τη λειτουργία της ντοπαμίνης στον ανθρώπινο οργανισμό. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, η ντοπαμίνη δεν ελέγχει άμεσα την ταχύτητα ή τη δύναμη της κίνησης, όπως πιστευόταν μέχρι σήμερα.
Η μελέτη αποκαλύπτει ότι η ντοπαμίνη έχει πιο σύνθετο ρόλο. Αντί να λειτουργεί σαν «γκάζι» που αυξάνει την ένταση της κίνησης, η ντοπαμίνη φαίνεται να αποτελεί το «λάδι του κινητήρα», δηλαδή μια απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του κινητικού συστήματος χωρίς να επηρεάζει τις λεπτομέρειες κάθε κίνησης.
Όσον αφορά τη νόσο Πάρκινσον, η συνεχής απώλεια των νευρώνων που παράγουν ντοπαμίνη οδηγεί σε συμπτώματα όπως βραδυκινησία, τρόμο και δυσκολίες στην ισορροπία. Η θεραπεία με λεβοντόπα, η οποία είναι η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη για τη νόσο αυτή, αποδεικνύεται ότι βελτιώνει την κινητικότητα μέσω της αύξησης των επιπέδων ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Παρά τις αναγνωρίσιμες θεραπευτικές της επιδράσεις, η ακριβής αιτία της αποτελεσματικότητάς της παρέμενε ασαφής έως τώρα.
Η έντονη έρευνα του παρελθόντος είχε δείξει προσωρινές αυξήσεις στα επίπεδα ντοπαμίνης κατά τη διάρκεια της κίνησης, γεγονός που είχε οδηγήσει πολλούς επιστήμονες να πιστεύουν ότι η ντοπαμίνη έχει άμεσο έλεγχο πάνω στην ένταση κάθε κίνησης.
Για να εξετάσουν αυτή την υπόθεση, οι ερευνητές εστίασαν τη μελέτη τους σε ποντίκια και τροποποίησαν τη δραστηριότητα της ντοπαμίνης τη στιγμή που εκτελούνταν οι κινήσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι στιγμιαίες αλλαγές στα επίπεδα ντοπαμίνης δεν επηρεάζουν την ταχύτητα ή τη δύναμη των κινήσεων, ανατρέποντας έτσι τις υπάρχουσες θεωρίες.
Η λεβοντόπα φάνηκε να επιδρά αυξάνοντας τα συνολικά επίπεδα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο, αντί να αποκαθιστά τις βραχυχρόνιες «εκρήξεις» της. Αυτή η νέα αντίληψη δημιουργεί προοπτικές για την ανάπτυξη εξελιγμένων θεραπειών.
Συνοψίζοντας, τα ευρήματα της μελέτης ενεργοποιούν τη σκέψη ότι οι μελλοντικές θεραπείες για τη νόσο Πάρκινσον ίσως θα πρέπει να εστιάζουν στη διατήρηση σταθερών επιπέδων ντοπαμίνης. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο στοχευμένες και ασφαείς παρεμβάσεις, προσφέροντας νέες ελπίδες για τους ασθενείς.




