Η είδηση επιβεβαιώθηκε μέσω επίσημης ανακοίνωσης την Δευτέρα, αποτελώντας μία σημαντική στροφή στην ιστορία της GOG, που ξεκίνησε με σκοπό τη διατήρηση και διάθεση κλασικών παιχνιδιών χωρίς περιορισμούς (DRM). Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η αλλαγή στην ιδιοκτησία δεν επηρεάζει τη δέσμευση της εταιρείας στην πολιτική DRM-free, η οποία παραμένει κεντρικός άξονας της ταυτότητάς της.
Η GOG τονίζει ότι η προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών είναι «πιο σημαντική από ποτέ», εκφράζοντας την επιθυμία της να παραμείνει πιστή στα αρχικά της ιδανικά. Οι συνιδρυτές Marcin Iwiński και Michał Kiciński είχαν θέσει εξαρχής ως στόχο να επιστρέψουν τις κλασικές εμπειρίες στους παίκτες, διασφαλίζοντας ότι κάθε παιχνίδι που αποκτά κάποιος, είναι «δικό του για πάντα».
Στο πλαίσιο της ανακοίνωσης, η GOG επισημαίνει ότι η φιλοσοφία της έρχεται σε αντίθεση με μια βιομηχανία που ολοένα και περισσότερο επιβάλλει κλειστά οικοσυστήματα και υποχρεωτικούς πελάτες. Αυτή η προσέγγιση αναδεικνύει την σημασία του DRM-free ως κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής της GOG, εν όψει των εξελίξεων στον κόσμο του gaming.
Η νέα αυτή φάση ενισχύει τις προσπάθειες της GOG να επαναφέρει και να διατηρήσει κλασικά παιχνίδια, να προβάλλει νέους τίτλους και να συμβάλει στην δημιουργία των «κλασικών του αύριο». Η αναφορά σε νέα έργα με «αληθινό retro πνεύμα» υπογραμμίζει την πρόθεση της GOG να συνδυάσει το παρελθόν με το μέλλον.
Παρά την αποχώρησή της από την CD Projekt, η συνεργασία μεταξύ τους παραμένει ισχυρή. Η CD Projekt θα συνεχίσει να διαθέτει τους υπάρχοντες τίτλους, όπως η δημοφιλής σειρά The Witcher και το Cyberpunk 2077, καθώς και μελλοντικές κυκλοφορίες, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλή συνέχεια της εμπειρίας για τους χρήστες.




