Μια πρόσφατη έρευνα προσπαθεί να ρίξει φως στο ερώτημα γιατί οι άνθρωποι, σε αντίθεση με άλλα ζώα, δεν είναι ικανοί να παράγουν μόνοι τους βιταμίνη C και εξαρτώνται από τη διατροφή τους ώστε να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ενώ αρχικά θεωρείτο ότι αυτή η αδυναμία ήταν απλώς ένα τυχαίο εξελικτικό «μειονέκτημα», πλέον οι επιστήμονες δείχνουν ότι μπορεί να έχει προσφέρει κάποια σημαντικά πλεονεκτήματα υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Σύμφωνα με την έρευνα, επικίνδυνα παράσιτα, όπως τα σχιστοσώματα, εξαρτώνται από τη βιταμίνη C του ξενιστή (είτε ανθρώπου είτε ζώου) για να αναπαραχθούν και να γεννήσουν αυγά. Με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης C στον οργανισμό, τα παράσιτα δυσκολεύονται να επιβιώσουν και να πολλαπλασιαστούν. Σε πειράματα σε ποντίκια, εκείνα που δεν είχαν την ικανότητα να παράγουν βιταμίνη C παρουσίασαν πολύ υψηλότερες πιθανότητες επιβίωσης από τις μολύνσεις, σε αντίθεση με τα άλλα που πεθαίνουν σε σημαντικό ποσοστό.
Η έρευνα ωστόσο αποκαλύπτει κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό: μια προσωρινή ή ελεγχόμενη έλλειψη βιταμίνης C μπορεί να είναι λιγότερο επικίνδυνη για τον άνθρωπο απ’ ό,τι για το παράσιτο. Ειλικρινά, το παράσιτο απαιτεί βιταμίνη C καθημερινά για να διατηρήσει τον κύκλο ζωής του, ενώ οι αρνητικές επιπτώσεις της έλλειψής της στον άνθρωπο εμφανίζονται βαθμιαία. Συνεπώς, σε περιοχές όπου οι λοιμώξεις αυτές είναι συχνές, η αδυναμία παραγωγής βιταμίνης C μπορεί να έχει λειτουργήσει σαν ένας αμυντικός μηχανισμός επιβίωσης, ακόμα κι αν ενδέχεται να δημιουργήσει μελλοντικά προβλήματα υγείας.
Αυτή η ανακάλυψη εγείρει σημαντικά ερωτήματα και προοπτικές για την κατανόηση της ανθρώπινης εξέλιξης και των μηχανισμών επιβίωσης. Μελετώντας πώς οι οργανισμοί προσαρμόζονται στις συνθήκες του περιβάλλοντός τους, οι επιστήμονες μπορούν να αποκτήσουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την ανθρώπινη υγεία.




