Το 2026 διαφαίνεται ότι θα είναι το τελευταίο έτος μιας περιόδου όπου, εκτός της πανδημίας, η Ελλάδα υπήρξε η εξαίρεση στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ωστόσο, σύμφωνα με δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων, από το 2027 και μετά αναμένεται επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς οι σημαντικές αναπτυξιακές ενισχύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης θα σταματήσουν.
Αυτό που προκαλεί ανησυχία δεν είναι απλώς η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης, αλλά το γεγονός ότι το υπάρχον οικονομικό μοντέλο φαίνεται πλέον να έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του.
Το μοντέλο αυτό συνδέεται άμεσα με την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, αν και οι ρίζες του εντοπίζονται και σε προηγούμενες πολιτικές περιόδους.
Συγκεκριμένα, η άρρητη αποδοχή αυτού του μοντέλου ξεκινά από την εποχή των Μνημονίων, όταν οι δανειστές υποσχέθηκαν «μεταρρυθμίσεις», ωστόσο στην πραγματικότητα υιοθέτησαν ακραίες νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις που είχαν δείξει σημάδια κορεσμού. Αυτές οι πολιτικές αποσκοπούσαν κυρίως στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και στη βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών μέσω «εσωτερικής υποτίμησης».
Όμως, αυτή η στρατηγική έχει αφήσει πίσω της μια συγκεκριμένη κληρονομιά, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει η πεποίθηση ότι η ανάπτυξη σχετίζεται με τη στήριξη κλάδων που άμεσα παράγουν πλούτο, την επίτευξη χαμηλών κόστων εργασίας και την ιδιωτικοποίηση δημόσιων τομέων. Επίσης, ευρωπαϊκοί χρηματοδοτικοί πόροι αξιοποιούνται κυρίως ως «ζεστό χρήμα» για την οικονομία, αντί να επενδύονται με μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό.
Πλήθος αποδείξεων αναδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα αυτού του μοντέλου. Παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που παρουσιάζει η χώρα, οι μισθοί παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ κλάδοι όπως ο τουρισμός και το real estate, αν και αποτελούν πηγές πλούτου, δεν προσφέρουν προστιθέμενη αξία και επιπλέον θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Η εμβάθυνση των συγκροτημένων τεχνολογικών επενδύσεων, με εξαίρεση τον τομέα της ενέργειας και ορισμένων data centers, δεν φαίνεται στον ορίζοντα.
Η ανάπτυξη συνοδεύεται επίσης από σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις, όπως η κρίση κόστους ζωής και οι πρώτες ενδείξεις μιας στεγαστικής κρίσης. Οι ανερχόμενοι μισθοί δεν καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες, οδηγώντας σε αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα και ενίσχυση της μετανάστευσης των νέων. Η ανεργία έχει μειωθεί γρήγορα, όμως υπολειτουργεί η ποιότητα και η ασφάλεια των νέων θέσεων εργασίας. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να ενταχθεί στις διεθνοποιημένες παραγωγικές διαδικασίες κρίσιμων τομέων.
Δυστυχώς, οι αναλύσεις καταδεικνύουν τη μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε «οικονομία των καφέ», δηλαδή μια εξάρτηση σε τομείς που προσφέρουν «εύκολες» λύσεις, αφήνοντας έτσι μια ρηχή ανάπτυξη χωρίς προοπτική, παρά την κερδοφορία κάποιων. Η κυρίαρχη ανάγκη είναι πλέον να στραφούμε σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και βιώσιμης ανάπτυξης, δίχως να παραμελούμε την ποιότητα της εργασίας.
Η κυβέρνηση, σπανίως, ενσωματώνει όλες τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας στον διάλογο, και η οικονομική πολιτική της αποτυγχάνει να συνάψει συνεργασία με το χώρο των δημοσίων πανεπιστημίων, που εμφανίζονται ως πηγή καινοτομίας. Η καθυστέρηση αλλαγών και η αδυναμία στρατηγικού σχεδιασμού οδηγούν σε μια παρατεταμένη αβεβαιότητα στο μέλλον.
Έχουμε ανάγκη μιας νέας συζήτησης για την οικονομία, που να επικεντρώνεται σε μια βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη, με πολιτικές που αναγνωρίζουν τη σημασία της έρευνας και του επιστημονικού δυναμικού και εστιάζουν στους τομείς που θα καθορίσουν το μέλλον μας.
Στον Οικονομικό Τύπο, έχουμε από την αρχή αναγνωρίσει την ανάγκη για μια αλλαγή στην οικονομική πολιτική. Προσφέρουμε πολύ περισσότερα από απλή πληροφόρηση, συμμετέχοντας σε συζητήσεις για το σήμερα και το αύριο της οικονομίας και αναδεικνύοντας τις κρίσιμες προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σε ένα κόσμο που αλλάζει.
Καλή χρονιά με υγεία, δημιουργικότητα και προκοπή σε όλους από την ομάδα του Οικονομικού Τύπου!




