Για πάνω από μια δεκαετία, η Βενεζουέλα παραμένει στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομικής ανησυχίας. Με την πρόσφατη αμερικανική παρέμβαση και τη σύλληψη του προεδρεύοντος Νικολάς Μαδούρο, οι διεθνείς αγορές αρχίζουν ξανά να εξετάζουν τις οικονομικές υποχρεώσεις της χώρας. Η αξία των ομολόγων δείχνει σημάδια ανάκαμψης, προκαλώντας ωστόσο τόσο αισιοδοξία όσο και αβεβαιότητα.
Η Βενεζουέλα και το αμείωτο χρέος της
Όπως αναφέρει το Reuters, η Βενεζουέλα έχει βυθιστεί σε κατάσταση χρεοκοπίας από το 2017, ύστερα από δεκαετίες οικονομικής κρίσης και τις σφοδρές κυρώσεις των ΗΠΑ που απομόνωσαν τη χώρα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.
Σήμερα, το συνολικό εξωτερικό χρέος της υπολογίζεται στα 150–170 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό περιλαμβάνει τα κρατικά ομόλογα, τις υποχρεώσεις της πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA, διμερή δάνεια και διεθνείς διαιτησίες. Το χρέος της χώρας ξεπερνά το εκτιμώμενο ΑΕΠ της για το 2025, το οποίο προβλέπεται στα 82,8 δισεκατομμύρια δολάρια, δίνοντας μια αναλογία χρέους προς ΑΕΠ που κυμαίνεται από 180% έως 200%.
Το χρέος ξεπερνά το ΑΕΠ της χώρας για το 2025, που εκτιμάται στα 82,8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Κάτοχοι ομολόγων και νομικές αντιπαραθέσεις
Οι κύριοι πιστωτές της Βενεζουέλας περιλαμβάνουν διεθνείς επενδυτές που ειδικεύονται σε distressed debt, γνωστούς και ως “vulture funds”. Σημαντικές απαιτήσεις προέρχονται επίσης από εταιρείες όπως η ConocoPhillips και η Crystallex, οι οποίες έχουν αποσπάσει εκατομμύρια μέσω διεθνών διαιτησιών. Μέσω των αμερικανικών δικαστηρίων, διεκδικούν περιουσιακά στοιχεία, όπως η Citgo, θυγατρική της PDVSA στις ΗΠΑ, με αξιώσεις κοντά στα 19 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που υπερβαίνει κατά πολύ την εκτιμώμενη αξία της εταιρείας, όπως αναφέρει το Reuters.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η Βενεζουέλα έχει και διμερείς πιστωτές, κυρίως την Κίνα και τη Ρωσία, που έχουν χορηγήσει δάνεια τόσο στον Μαδούρο όσο και στον προκάτοχό του, Ούγκο Τσάβες.
Τα ακριβή στοιχεία παραμένουν θολά, καθώς η χώρα δεν έχει δημοσιεύσει ολοκληρωμένα στατιστικά χρέους τα τελευταία χρόνια.
Η άνοδος των ομολόγων μετά τις αμερικανικές εξελίξεις
Η σύλληψη του Μαδούρο από τις ΗΠΑ έχει οδηγήσει σε διπλασιασμό των τιμών των ομολόγων της Βενεζουέλας σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, φτάνοντας μεταξύ 23 και 33 σεντ ανά δολάριο, σύμφωνα με τον ιστότοπο Bloomberg. Η προοπτική αναδιάρθρωσης των χρεών είναι κρίσιμη για την προσέλκυση νέων επενδύσεων και μπορεί να αναδείξει τις τιμές αποκατάστασης σε 50–60 σεντ ανά δολάριο.
Όπως σχολιάζει ο Alberto Rojas της UBS στο Bloomberg, οι αγορές φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από πολιτικούς παράγοντες παρά από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
Η εμπιστοσύνη των επενδυτών εξαρτάται πλέον από την κατεύθυνση που θα πάρει η αλλαγή εξουσίας και τη συνεργασία της αντιπροεδρεύουσας Ντέλσι Ροντρίγκεζ με τις ΗΠΑ. Η ίδια έχει ήδη ζητήσει την επιστροφή του Μαδούρο, γεγονός που φέρνει νέα αβεβαιότητα.
Προκλήσεις στην αναδιάρθρωση του χρέους
Η αναδιάρθρωση του χρέους της Βενεζουέλας αναμένεται να είναι μια περίπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία λόγω των νομικών απαιτήσεων και της πολιτικής αστάθειας, όπως αναφέρει το Bloomberg. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ένα πρόγραμμα του ΔΝΤ θα μπορούσε να είναι ο βασικός άξονας για τη διαπραγμάτευση των χρεών, αν και η Βενεζουέλα έχει να πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με τον οργανισμό εδώ και δύο δεκαετίες, σύμφωνα με το Reuters.
Ο Robert Koenigsberger της Gramercy Funds Management δηλώνει ότι η αναδιάρθρωση εξαρτάται από τη σταθερή συγκρότηση κυβέρνησης που θα γίνει αποδεκτή από τις ΗΠΑ. Εάν το νέο καθεστώς συνεργαστεί, η χώρα ενδέχεται να επιστρέψει στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και να επενδύσει στην αποκατάσταση της παραγωγής πετρελαίου.
Ευκαιρίες και κίνδυνοι για τους επενδυτές
Η Βενεζουέλα προσφέρει μια από τις πιο επικερδείς ευκαιρίες στην αναπτυσσόμενη αγορά, καθώς η προοπτική πολιτικής αλλαγής και οι αμερικανικές κινήσεις αυξάνουν την πιθανότητα αποκατάστασης κεφαλαίων. Ωστόσο, η αγορά είναι κυριαρχούμενη από hedge funds και ειδικούς σε distressed debt, περιορίζοντας τον όγκο συναλλαγών και αυξάνοντας τον κίνδυνο.
Η Βενεζουέλα βρίσκεται, επομένως, σε ένα κομβικό σημείο: η πολιτική αστάθεια και οι οικονομικές ευκαιρίες συνυπάρχουν, και οι αποφάσεις των ΗΠΑ θα καθορίσουν όχι μόνο το μέλλον του χρέους αλλά και την επιστροφή της χώρας στον διεθνή οικονομικό χάρτη.




