Η σκληρή πραγματικότητα του τεχνολογικού πολέμου ΗΠΑ–Κίνας: Όρια και συνέπειες των εξαγωγικών περιορισμών που διαφαίνονται μέσω μιας πολυεθνικής επιχείρησης κατά του λαθρεμπορίου προηγμένων chips τεχνητής νοημοσύνης.
Το Δεκέμβριο, οι αμερικανικές αρχές αποκάλυψαν μια εκτενή επιχείρηση λαθρεμπορίου προηγμένων chips της Nvidia προς την Κίνα, ρίχνοντας φως στον παγκόσμιο αγώνα για την κυριαρχία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (AI). Σύμφωνα με εισαγγελικά έγγραφα που αποσφραγίστηκαν στο Τέξας, το εν λόγω δίκτυο φέρεται να επιχείρησε να εξαγάγει παράνομα chips αξίας τουλάχιστον 160 εκατ. δολαρίων μεταξύ Οκτωβρίου 2024 και Μαΐου 2025.
Η έρευνα, γνωστή ως “Operation Gatekeeper”, αποκάλυψε μια ιδιαίτερα οργανωμένη αλυσίδα που εκτεινόταν από τις ΗΠΑ έως την Ασία. Στόχος της δεν ήταν τα ναρκωτικά ή τα παραποιημένα προϊόντα, αλλά τα πλέον περιζήτητα εξαρτήματα της εποχής: οι GPUs H100 και H200 της Nvidia, θεμέλιο για την υπολογιστική ισχύ που απαιτεί η ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων AI, με δυνατότητα στρατιωτικής και πολιτικής χρήσης.
Οι αρχές ισχυρίζονται ότι το δίκτυο χρησιμοποιούσε εικονικές εταιρείες, παραπλανητικά έγγραφα εξαγωγών και αποθήκες-βιτρίνες για να παρακάμψει τους αυστηρούς αμερικανικούς κανόνες εθνικής ασφάλειας. Κεντρικό σημείο της υπόθεσης ήταν μια αποθήκη στο Νιου Τζέρσεϊ, όπου πράκτορας των αρχών κατέγραψε την επανασήμανση των chips με την επωνυμία ανύπαρκτης εταιρείας, ενώ τα φορτία αναφερόταν ως άσχετα βιομηχανικά εξαρτήματα.
Η επιχείρηση κορυφώθηκε στα τέλη Μαΐου, όταν φορτηγά μισθωμένα για τη μεταφορά των chips έφτασαν στην αποθήκη. Επικοινωνίες μεταξύ των φερόμενων εμπλεκομένων αποκάλυψαν προσπάθειες συγκάλυψης τη στιγμή που απροσδόκητα εμφανίστηκαν οι αστυνομικές δυνάμεις, πριν οι ομοσπονδιακοί πράκτορες προχωρήσουν στην κατάσχεση του εξοπλισμού.
Από την οπτική γωνία των ΗΠΑ, η περίπτωση αυτή αναδεικνύει την βαθιά εξάρτηση της κινεζικής βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης από την τεχνολογία της Nvidia. Παρόλο που η Κίνα επενδύει στην ανάπτυξη εγχώριων chips, η εξάρτησή της από αμερικανικά προϊόντα για την εκπαίδευση και λειτουργία προηγμένων μοντέλων AI παραμένει ισχυρή. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των κορυφαίων κινεζικών μοντέλων εξακολουθεί να λειτουργεί πάνω σε υποδομές Nvidia.
Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Σύμφωνα με αναλυτές και think tanks, το 2024 αναμένεται ότι διοχετεύθηκαν παράνομα στην Κίνα από δεκάδες χιλιάδες έως και εκατοντάδες χιλιάδες chips τεχνητής νοημοσύνης μέσω παράπλευρων αγορών, εικονικών αγοραστών και data centers σε τρίτες χώρες. Η πολυπλοκότητα της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας καθιστά σχεδόν ανέφικτη την πλήρη επιβολή των περιορισμών.
Η Nvidia, από την πλευρά της, τονίζει ότι το καθεστώς εξαγωγικών ελέγχων των ΗΠΑ είναι αυστηρό και εκτενές, ακόμη και για προϊόντα παλαιότερης γενιάς στη δευτερογενή αγορά, και δηλώνει ότι συνεργάζεται στενά με τις αρχές για την αποτροπή παράνομων επανεξαγωγών.
Ωστόσο, η περίπτωση περιπλέχθηκε την ίδια ημέρα που γνωστοποιήθηκε η έρευνα, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι θα επιτραπεί τελικά η εξαγωγή των chips H200 προς την Κίνα, υπό τον όρο οικονομικής συμμετοχής του αμερικανικού Δημοσίου στα έσοδα. Αυτή η απόφαση περιλαμβάνει τον τύπο chip που βρισκόταν στο επίκεντρο της υπόθεσης, ενώ παραμένει σε ισχύ ο αποκλεισμός για τις πιο προηγμένες σειρές.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε νομικές αναταράξεις, καθώς οι ομάδες υπεράσπισης των κατηγορουμένων έσπευσαν να αμφισβητήσουν τη βάση του επιχειρήματος περί απειλής εθνικής ασφάλειας, τη στιγμή που το ίδιο το κράτος επιτρέπει πλέον τις εξαγωγές του συγκεκριμένου προϊόντος.
Παρά τις συλλήψεις και τις καταδίκες που έχουν ήδη σημειωθεί, ειδικοί εκτιμούν ότι το λαθρεμπόριο προηγμένων chips δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Η παγκόσμια ζήτηση για υπολογιστική ισχύ αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα των ρυθμιστικών αρχών να ελέγξουν κάθε διαδρομή, καθιστώντας την τεχνολογική αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας μια σύγκρουση που θα συνεχίσει να εξελίσσεται και κάτω από την επιφάνεια των επίσημων πολιτικών.
!function(f,b,e,v,n,t,s)
{if(f.fbq)return;n=f.fbq=function(){n.callMethod?
n.callMethod.apply(n,arguments):n.queue.push(arguments)};
if(!f._fbq)f._fbq=n;n.push=n;n.loaded=!0;n.version=’2.0′;
n.queue=[];t=b.createElement(e);t.async=!0;
t.src=v;s=b.getElementsByTagName(e)[0];
s.parentNode.insertBefore(t,s)}(window, document,’script’,
‘https://connect.facebook.net/en_US/fbevents.js’);
fbq(‘init’, ‘1187084581334921’);
fbq(‘track’, ‘PageView’);
(function(d, s, id) {
var js, fjs = d.getElementsByTagName(s)[0];
if (d.getElementById(id)) return;
js = d.createElement(s); js.id = id;
js.src=”https://connect.facebook.net/el_GR/sdk.js#xfbml=1&version=v3.0&appId=1187084581334921&autoLogAppEvents=1″;
fjs.parentNode.insertBefore(js, fjs);
}(document, ‘script’, ‘facebook-jssdk’));




